► Τι να κάνετε!

Παλέτες κατασκευή, εμπόριο και διανομή Μουστής ΟΕΕ

► Περισσότερα DVD

Προβληθείτε εδώ! | Business Guide


► Περισσότερα βιβλία

► Περισσότερο gaming

Προβληθείτε εδώ! | Business Guide

Λώρης Μαργαρίτης. (Αίγιο, 1895 - Αθήνα, 1953)

Ο Λώρης (Λυκούργος) Μαργαρίτης υπήρξε εξέχων πιανίστας και μουσικοσυνθέτης ο οποίος γεννήθηκε στο Αίγιο το 1895. Ήταν μοναχογιός της Υακίνθης Μεσσηνέζη και του αρχίατρου Πέτρου Μαργαρίτη, αμφότεροι γόνοι γνωστών οικογενειών για την ενεργό συμμετοχή τους και τη μεγάλη οικονομική βοήθεια στον αγώνα του 1821 αλλά και για την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική μόρφωση και δράση.

Ο Λυκούργος Μαργαρίτης - Λώρης κατά τη μητέρα του- έζησε μόνο τα πρώτα παιδικά του χρόνια στο Αίγιο, αφού το εντυπωσιακό του ταλέντο τον οδήγησε ως "παιδί-θαύμα" στο Ωδείο Α¬θηνών το 1902 σε ηλικία 7 ετών. Ο Λώρης Μαργαρίτης θα επέστρεφε πάντα στο Αίγιο για τις καλοκαιρινές διακοπές στο σπίτι του παππού του. Στο Αίγιο οδήγησε το 1922 τη μέλλουσα σύζυγο και άξια συνεργάτιδα του Ιντα Rozenkranz όταν αποφάσισε να την παντρευτεί και παντρεύτηκε το 1925 στο Τρίκορφο Καλλιθέας στη Ρούμελη.

Λώρης Μαργαρίτης
Λώρης Μαργαρίτης
Λώρης Μαργαρίτης
Λώρης Μαργαρίτης
Ο Λώρης Μαργαρίτης με τη σύζυγό του
Λώρης Μαργαρίτης
Λώρης Μαργαρίτης

Η μητέρα του απεβίωσε το 1931 και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο των Μεσσηνέζηδων. Στο Ωδείο Αθηνών ο Διευθυντής κ. Νάζος είχε αρχικά πολλές επιφυλάξεις για τις δυνατότητες του μικρού Λώρη (Σκόκου, Αττικόν Ημερολόγιον 1903), που γρήγορα μετατράπηκαν σε θαυμασμό, όταν τον άκουσε να παίζει τις δικές του συνθέσεις και ανέλαβε ο ίδιος την εκπαίδευση του, πιστεύοντας ότι είχε μπροστά του μια ιδιοφυία εφάμιλλη εκείνης του Μότσαρτ και του Μπετόβεν, που και αυτοί έκαναν τις πρώτες συνθέσεις τους σε παρόμοια ηλικία. Η πίστη του αυτή επιβεβαιώθηκε μετά από ένα εξάμηνο, τον Ιούνιο του 1902, όταν ο Λώρης προσήλθε στις καθιερωμένες ετήσιες εξετάσεις, ενώπιον της εφορείας του Ωδείου, των καθηγητών και μαθητών αλλά και παρουσία του τότε πρωθυπουργού. Εξέπληξε και μάγεψε το ακροατήριο, τόσο με την εκτέλεση του προγράμματος των εξετάσεων όσο και με τις δικές του συνθέσεις.

Επιστρέφοντας στο Αίγιο για τις καλοκαιρινές διακοπές, συνέθεσε το 18° έργο του με τίτλο "Η απωλεσθείσα" που το εμπνεύστηκε από μια ιστορία που του διηγήθηκε η θεία του, παρμένη από μυθιστόρημα του Henri Greville. Ακολούθησε ο "Κατακλυσμός" όπου αποδίδει αριστοτεχνικά τη μανία των στοιχείων της φύσης, τις βροντές και το θόρυβο της καταιγίδας και μετά συνέθεσε το "Πάτερ ημών", που το εκτελούσε κάθε βράδυ μόνο σαν προσευχή και αληθινή επικοινωνία με το Υπέρτατο θείο Πνεύμα.

Είχε ήδη συνθέσει 27 έργα όταν τον επόμενο χρόνο, το 1903, έδωσε την πρώτη του συναυλία στο Μόναχο στην αίθουσα Ριχάρδος Βάγκνερ, παρουσία της πριγκίπισσας Θηρεσίας και του πρίγκιπα Ludwig Ferdinand και άλλων μελών της Βαυαρικής Βασιλικής Αυλής. Η σύνθεση του "Νοσταλγία" προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό και συγκίνηση στο ακροατήριο, έγινε δε ερέθισμα για το συγγραφέα "Thomas Mann να γράψει το διήγημα "Το παιδί θαύμα", όπου μιλάει για το μικρό Λώρη και τη συναυλία του.

Ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες μουσικές εκδηλώσεις στα σαλόνια των Ελληνίδων κυριών του Μονάχου, που τότε συνιστούσαν τα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά κέντρα της πόλης. Σε ανταπόκριση αθηναϊκής εφημερίδας από το Μόναχο το 1903, αναφέρεται ότι ο διευθυντής του Ωδείου, διάσημος μουσικός Bernh Stawenhagen , ανέλαβε να του παραδίδει δωρεάν ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ στους άλλους μαθητές του η αμοιβή του ήταν 40 μάρκα την ώρα, μεγάλο ποσό για την εποχή. Την επόμενη χρονιά, στις 11.7.1904 η Βασιλική Μουσική Ακαδημία του Βερολίνου έγραφε προς την ελληνική κυβέρνηση: "Είναι επιτακτικόν καθήκον να ληφθή ιδιαιτέρα μέριμνα δια την όσο το δυνατόν τελειοτέραν καλλιέργειαν και ανάπτυξιν της εντελώς εξαιρετικής ιδιοφυίας του Λώρη Μαργαρίτη" (υπογράφει ο διευθυντής Josef Joachim). Ετσι σε ηλικία 9 ετών ο Λ. Μ. μένει στο Βερολίνο, μεγάλο μουσικό κέντρο της εποχής και αρχίζει συστηματικά τις μουσικές σπουδές του με διακεκριμένους δασκάλους στους επιμέρους τομείς, ενώ παράλληλα φοιτά και στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας.

Τέσσερα χρόνια αργότερα με ειδική απόφαση παραμερίζεται το απαγορευτικό εμπόδιο του νεαρού της ηλικίας του και ο δεκατετράχρονος Λώρης. γίνεται φοιτητής της Μουσικής Ακαδημίας του Μονάχου, όπου στο διάστημα 1908-1914 ολοκληρώνει τις μουσικές σπουδές του, πα-ρακολουθεί μαθήματα μουσικολογίας του καθηγητή Berchthold Keller-mann στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ φοιτά και στο γερμανικό γυμνάσιο.

Ο πρώτος που παρουσίασε τον Λ.Μ. στο ευρύ αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα ήταν ο Γρηγόριος Ξενόπουλος που έγραψε στο περιοδικό "Διάπλασις των Παίδων" το 1902 ένα ενθουσιώδες άρθρο για το παιδί-φαινόμενο. Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1931, στο ίδιο περιοδικό ο Γρ. Ξενόπουλος έγραφε: "Αφού έκαμε τις λαμπρότερες σπουδές εδώ, στο Μόναχο και στη Βιέννη, ο Λώρης Μαργαρίτης αναδείχθηκε ένας πρώτης γραμμής πιανίστας και ένας έξοχος μουσικοσυνθέτης. Από το 1915 που γύρισε στην Ελλάδα, είναι Καθηγητής στο Ωδείο θεσσαλονίκης και από το 1928 στο "Mozarteum", τη μεγάλη Μουσική Ακαδημία του Salzbourg, όπου κάθε καλοκαίρι δίνει συναυλίες και διαλέξεις. Οι κριτικές Γερμανών για τον Ελληνα πιανίστα και συνθέτη είναι γεμάτες θαυμασμό και μόνο στην Αθήνα - τι περίεργο και αυτό! - δεν παίχτηκε ακόμη κανένα του έργο".

Την ίδια εποχή η Σοφία Σπανούδη, γνωστή καθηγήτρια του Ωδείου Αθηνών, που γράφει στην "Πρωΐα" στις επιφυλλίδες για τη σύγχρονη ελληνική μουσική, κάνει εκτεταμένη αναφορά στο συνθετικό έργο του, για να καταλήξει στην ίδια πικρή διαπίστωση λέγοντας: "Εχω υπ' όψει μου σωρείαν γερμανικών κριτικών, που μιλούν με ανεπιφύλακτον ενθουσιασμόν για τον Ελληνα συνθέτην και πιανίσταν. Εν τούτοις σημειώνω ότι κανένα από τα έργα του Λώρη Μαργαρίτη δεν εξετελέσθη ως τώρα στας Αθήνας. Μένουν και αυτά νεκρόν γράμμα για την Ελλάδα μαζί με έργα και άλλων Ελλήνων συνθετών".

Η Σ. Σπανούδη στέκεται ιδιαίτερα στην απήχηση που είχε το μεγαλόπνοο έργο του "Οδυσσεύς και Ναυσικά", επική συμφωνία για μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, κατά το Ζ της Οδύσσειας, που πρωτοπαίχτηκε το 1929 στις διεθνείς μουσικές γιορτές του Salzburg αλλά και το 1931 που παρουσιάστηκε στη Βιέννη για πρώτη φορά από τη μεγάλη συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης με αρχιμουσικό τον α' διευθυντή της κρατικής όπερας της Βιέννης Ugo Reichenberger.

Αξίζει να παρατεθούν εδώ, αποσπάσματα από τη διάλεξη που έδωσε ο Α.Μ. στο Salzbourg), όπου εκθέτει τις τάσεις και τα ιδανικά του, δηλώνοντας: "...ως αφετηρία της μουσικής συνθέσεως του έργου μας πήραμε σύγχρονα δεδομένα, ήτοι τις καθαρές λαϊκές ελληνικές μελωδίες". Σ' αυτό οδηγήθηκε ύστερα από ενδελεχή μελέτη της ελληνικής αγγειοπλαστικής, της χειροτεχνίας, των κεντημάτων αλλά και των ηθών και εθίμων, των χορών, όπου διαπίστωσε μια αλληλουχία με την αρχαία ελληνική τέχνη, μια διαδοχική μετάβαση κατά κάποιο τρόπο στη σύγχρονη λαϊκή τέχνη, που παρ’ όλες τις αλλοιώσεις στη διαδρομή των χρόνων, διατήρησε μερικά αναλλοίωτα γνωρίσματα. Ετσι προσπέρασε τις ιδέες και τις γνώμες ειδικών ερμηνευτών για το χειρισμό αρχαίων οργάνων καθώς και τις εξηγήσεις αρχαίων μουσικών σημείων, που αλληλοαναιρούνται και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καθαρά ελληνικές λαϊκές μελωδίες σχετίζονται με τις μελωδίες των αρχαίων και έλεγε: "θαρρώ πως το ένστικτο μου δεν με ηπάτησε στην προσπάθεια μου αυτή, αφού ενισχύθη και από μια συγκριτική μελέτη προς τας αλλάς τέχνας και ελπίζω πως με τη μουσική μου κατώρθωσα να δημιουργήσω ύφος σχετικό προς το λοιπό έργο, εμπνεόμενος από τις ζώσες ελληνικές μελωδίες. Και όπως στο έργο μας οι φορεσιές, οι στάμνες, τα σχέδια, τα κάνιστρα κ.λπ. είναι από σύγχρονο ελληνικό λαϊκό υλικό*, που όμως συνταυτίζεται με το αρχαίο, έτσι και η μουσική μου στηρίζεται σε ένα ύφος καθαρών ελληνικών μελωδιών - που το ύφος των δεν πλησιάζει ούτε προς το Σλαυικό, ούτε προς το Ανατολίτικο, ούτε προς το Ιταλικό- που βγήκαν από την ελληνική λαϊκή ψυχή και μπορώ να πω πως έχει το ύφος που πλησιάζει περισσότερο προς το αρχαίο πνεύμα.Στη σύνθεση της μουσικής μου στηρίχθηκε ακόμη και στην περισσότερο εξακριβωμένη κλίμακα της αρχαίας ελληνικής μουσικής, την Λυδική, ως και σε αρχαία μέτρα, που αναμφισβήτητα υπάρχουν και στα σημερινά ελληνικά τραγούδια και ακολούθησα τη φυσική οδό της προγραμματικής μουσικής, καθώς απαιτεί ένα τέτοιο έργο, απελευθερώνων έτσι το έργο από κάθε σχηματικήν εργασία".

Το 1930 προσκλήθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο παγκόσμιο συνέδριο της Ένωσης Μουσικών και Άσματος στη Βιέννη και τιμήθηκε για τη συμβολή του στην πρόοδο της μουσικής. Εκεί έδωσε διάλεξη, όπου πραγματεύεται την παγκοσμιότητα της μουσικής ως μέσου επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης των λαών, τονίζοντας παράλληλα την αξία του εθνικού τραγουδιού και έλεγε: "Η μουσική δεν πρέπει να χάνη το αρχικό της εντόπιο χρώμα και την πατρίδα της, αλλά έχουμε υποχρέωση να την πλουτίζουμε με πατριωτικά αισθήματα και μ' ένα ακόμη υψηλότερο, που να περικλείη ολόκληρο τον κόσμο χωρίς ν' απαρνούμεθα τον κόσμο μας γι’ αυτό". Φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία να μιλήσει και για την ελληνική μουσική και να παρακινεί το ακροατήριο να επικεντρωθεί όχι τόσο στην αριστοτεχνική εκτέλεση μιας μουσικής αλλά στην εσωτερικότητα της, όπου πάλλεται η γνήσια ψυχή του λαού που εκπροσωπεί, και καταλήγει: "Έχει κανείς μιαν αμυδράν ιδέαν της βουκολικής δροσερότητας της δημοτικής ελληνικής μουσικής, του λεπτού, δειλού χρωματισμού της, όμοιου προς τις λεπτές αποχρώσεις ε¬νός παστέλ, που θυμίζει τη διάφανη ατμόσφαιρα του αττικού τοπίου;"

Ο Λώρης Μαργαρίτης είναι γνωστός επίσης για την ιδιαίτερη επίδοση του στην έρευνα και εκτέλεση μουσικής για δύο πιάνα, στην οποία επέλεξε να ειδικευθεί, επειδή είχε διαπιστώσει ότι, λόγω έλλειψης ειδικευμένων πιανιστικών δυάδων, το είδος αυτό της μουσικής δωματίου έτεινε προοδευτικά σε αφάνεια. Χρειάστηκε μακροχρόνια, επίπονη και εντατική άσκηση από κοινού με τη σύζυγο του για να θεωρήσουν την απόδοση τους ικανοποιητική και αρμονικά συνδυασμένη, έτσι ώστε μέσα στο σύνολο ο καθένας να διατηρεί την αυτοτέλεια της ερμηνείας του ρόλου του. Εμφανίστηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις εκτελώντας αυτό το είδος της μουσικής και παντού απέσπασαν το θαυμασμό του κοινού και των κριτών. Ο Λώρης Μαργαρίτης δήλωνε πως θα καλλιεργούσε συστηματικά τη μουσική για δύο πιάνα, γιατί εκτός του ότι συνδυάζει με μοναδικό τρόπο τη μουσική δωματίου με το δεξιοτεχνικό στυλ του πιάνου, θεωρούσε ότι ταίριαζε ιδιαίτερα στη νεοελληνική λαϊκή και έντεχνη μουσική αλλά και στην επεξεργασία των ελληνικών χορών.

Στο φεστιβάλ του Salzburg το 1927 ο πρύτανης της Μοτσαρτείου Ακαδημίας Β. Paumgartner του ανακοίνωσε την ίδρυση της θερινής Μοτσαρτείου Ακαδημίας και τον κάλεσε να συμβάλει στο έργο της ως ιδρυτικό μέλος, δεδομένου ότι τον εκτιμούσε πολύ ήδη από το 1920, όταν πρωτοπαίχτηκαν έργα του στη Μοτσάρτειο Ακαδημία με μεγάλη επιτυχία. Το 1928 προσελήφθη επίσημα ως καθηγητής πιάνου για τα μαθήματα που δίδονταν εκεί κάθε καλοκαίρι. Για 25 χρόνια υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις τα μαθήματα και τις μουσικές εκδηλώσεις της Ακαδημίας, της οποίας το κύρος και η ακτινοβολία ήταν διεθνής. Αξιοποιώντας την εκτίμηση και το κύρος που είχε σε αυτό το χώρο πέτυχε να αναγνωρισθεί από τον κανονισμό λειτουργίας, η ελληνική ως γλώσσα μουσικής διδασκαλίας και ήταν μοναδική περίπτωση ανάμεσα σε όλες τις μουσικές σχολές του εξωτερικού. Στο Salzburg ο Λώρης Μαργαρίτης είχε δημιουργήσει μια "πρεσβεία του ελληνικού πνεύματος εκφρασμένου από την Απολλώνεια Λύρα" έγραφε ο Μ.Μόραλης το 1956. Για την ευδόκιμη υπηρεσία του στην Ακαδημία τιμήθηκε το 1953 με το Μέγα Μετάλλιο Mozart, που ήταν και η τελευταία από τις πολλές διακρίσεις που αξιώθηκε λίγο πριν από το θάνατο του.

Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος διέκοψε την καριέρα του, που θα ήταν οπωσδήποτε θριαμβευτική και υποχρεώθηκε να γυρίσει το 1914 στη θεσσαλονίκη, που μόλις το 1912 είχε γίνει ελληνική. Ο Λ.Μ. θυμάται πως ενώ υπήρχε μεγάλη βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα και είχε ιδρυθεί το πανεπιστήμιο, η πόλη εστερείτο ιδρυμάτων προορισμένων για την καλλιτεχνική δημιουργία. Έλειπαν παντελώς τα τεχνικά μέσα και η παράδοση στη μουσική, το δε νεοσύστατο Ωδείο στεγαζόταν σ' ένα μαγειρείο της οδού Εθνικής Άμυνας, όπου οι συμπολίτες του ήσαν αραδιασμένοι σταυροπόδι κατά γης φορώντας φέσι και ρουφώντας τον ναργιλέ τους, ενώ εκείνος πάσχιζε να ερμηνεύσει τους αθάνατους μύστες. Από τον μπουφέ όλο και εσήμαινε το κουδουνάκι και τα γκαρσόνια σέρβιραν στους ακροατές λουκούμια και φασκόμηλα.

Μας φαίνεται απίστευτη αυτή η κωμικοτραγική εικόνα και όμως σ' αυτό το σκηνικό ο Λώρης Μαργαρίτης ξεκίνησε ως καθηγητής του πιάνου στο Ωδείο και κατόρθωσε να γίνει η ψυχή της μουσικής αναγέννησης της μακεδόνικης πρωτεύουσας". Υπήρξε ένας μεγάλος σκαπανεύς της καλλιτεχνικής ζωής και επειδή ήταν μεγάλος καλλιτέχνης, ήταν συνάμα και μεγάλος άνθρωπος", γράφει ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος.

Με την πρωτοφανή αφοσίωση του στη διδασκαλία του πιάνου κατάφερε να προσελκύσει στην τάξη του τόσο πολλούς μαθητές ώστε μαζί με τις εισπράξεις από συναυλίες που έδινε ο ίδιος, τα ετήσια έσοδα του Ωδείου ανέρχονταν σε 34 χιλιάδες χρυσές δραχμές, όπως αναφέρει η έκθεση της εφορείας του Ωδείου προς το Υπουργείο Παιδείας το 1918.

Ο ιδρυτής και διευθυντής του Ωδείου Αλέξανδρος Καζατζής, που για 30 χρόνια συνεργάστηκε με τον Λ.Μ., γράφει: "Όπως οι αληθινά διαλεχτοί, ήταν ένας ερευνητής, που ο ψυχικός του κόσμος τον έσπρωχνε να γυρεύη πάντα πώς θα περάσει από τα πιο απάτητα κορφοβούνια με τις ευρύτερες προοπτικές προς το έκπαγλον όραμα της αληθινής τέχνης".

Ο Χανς Σάιντερ, ιστορικός πολιτισμού και συγγραφέας, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, γνώρισε τον Λώρη Μαργαρίτη το 1919 στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στενός του φίλος και συνεργάτης στην παρουσίαση μεγάλων έργων και παραδοσιακών χορών, διασκευασμένων από τον Μαργαρίτη, που τους συνόδευε στη μουσική και έμεινε πιστός θαυμαστής του. Μας περιγράφει πολλά χαρακτηριστικά γεγονότα από τη ζωή και τη συμπεριφορά του προς τους μαθητές του, που έτρεφαν γι αυτόν μια φανατική λατρεία. Ο Λώρης Μαργαρίτης δεν περιοριζόταν να τους μορφώσει μουσικά αλλά με πολλές θυσίες προσπαθούσε απλόχερα να τους δώσει μια γενικότερη μόρφωση, αυτό που το πνευματικό επίπεδο της επαρχιακής τότε πόλης δεν μπορούσε να τους προσφέρει. Οι μαθητές του πηγαινο-έρχονταν στο σπίτι του, που αποτελούσε μια καλλιτεχνική εστία, όπου εκκολάπτονταν τα μελλοντικά ταλέντα, μέσα στην πατρική φροντίδα του δασκάλου αλλά και διαφόρων καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων, που ήσαν συχνά καλεσμένοι του. Στο σπίτι εκείνο σύχναζαν φιλόλογοι, ποιητές, αρχαιολόγοι, καθηγητές που πανεπιστημίου αλλά και διάσημοι μουσικοί όπως ο Α.Cortot ο Ρ.Petyrek, ο Ι.Levy, οι αδελφοί Scholz, ο W. Schweyda βιολονίστας, καθηγητής στην Ακαδημία της Πράγας και στη θερινή Μοτσάρτειο Ακαδημία. Ο διάσημος βιολονίστας Α.Weissgerber που πέρασε από τη Θεσσαλονίκη να ξεκουραστεί δύο-τρεις ημέρες και έμεινε οκτώ εβδομάδες ξενυχτώντας κάθε βράδυ στο σπίτι του παίζοντας μουσική και πείσθηκε να δώσει δύο ρεσιτάλ για το κοινό, ύστερα από παράκληση του φίλου του. Ο ποιητής Theodor Daeubler, από τους σημαντικότερους της Γερμανίας, ήρθε για τέσσερις ημέρες στη Θεσσαλονίκη αλλά όταν γνώρισε τον Λ.Μ. ακύρωσε διαλέξεις και άλλες υποχρεώσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα του για να μείνει μαζί του τέσσερις μήνες. Πολλοί ζωγραφικοί πίνακες στο σπίτι του ήταν δώρα Ελλήνων και ξένων ζωγράφων που φιλοξενήθηκαν σ' αυτό. Θά 'λεγε κανείς ότι από το δρόμο που κατοικούσε και φέρει τώρα τ' όνομά του, ακτινοβολούσε μια ατμόσφαιρα δημιουργικού πολιτισμού, που για τρεις δεκαετίες επηρέασε αποφασιστικά την πνευματική ζωή ολόκληρης της πόλης. Φυσικά η πλούσια βιβλιοθήκη του με βιβλία φιλοσοφίας, φιλολογίας, ιστορίας της τέχνης, γεωλογίας, ανθρωπολογίας, ψυχολογίας, βιογραφίες μουσουργών, ακόμη και μεταφράσεις Ιαπώνων συγγραφέων ήταν στη διάθεση των φίλων και των μαθητών του.

Με τους μαθητές του συνήθιζε να κάνει συχνά εκδρομές στα βουνά της Μακεδονίας που αγαπούσε και τους δίδασκε να παρατηρούν και να καταλαβαίνουν την ομορφιά της φύσης, που είναι αστείρευτη πηγή ωραίων συναισθημάτων και έμπνευσης. Συχνά τους έκανε υποδείξεις για την εν γένει συμπεριφορά τους, ιδιαίτερα όταν τους συνόδευε στο φεστιβάλ του Salzburg λέγοντας πως βρίσκονται εκεί όχι μόνο ως καλλιτέχνες αλλά και ως εκπρόσωποι της πατρίδας τους. Τους παρακινούσε να επισκέπτονται μουσεία, εκθέσεις, εκκλησίες, ιστορικά μνημεία, για να αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη αντίληψη του ωραίου.

Ο Λώρης Μαργαρίτης ήταν μέλος σε πολλές εξεταστικές επιτροπές διεθνών διαγωνισμών όπως Σοπέν της Βαρσοβίας, Κονσερβατουάρ της Βιέννης, της Γενεύης κ.λ.π. και στις κρίσεις του ήταν αδέκαστος. Όμως επειδή δεν έκανε παραχωρήσεις σε καλλιτεχνικές και πνευματικές υποθέσεις, κάποιοι μαθητές του χαρακτήριζαν ως υπερόπτη αυτόν τον διακριτικό και μετριόφρονα άνθρωπο, που ποτέ δεν πρόβαλε το έργο του και ίσως γι αυτό δεν έγινε ενωρίς γνωστή η αξία του στην Ελλάδα. Όπως γράφει ο Ν.Ι. Λούβαρης, αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ωδείου Θεσσαλονίκης, γνώρισε από κοντά τόσο τον ίδιο όσο και τον επίσης αξιόλογο μουσικό Αιμίλιο Ριάδη και έζησε τον μεταξύ τους πόλεμο, που τελικά φάνηκε πως σκόπιμα τον καλλιεργούσαν μερικοί φανατισμένοι μαθητές. Πάντως είχαν το σθένος και την εντιμότητα να αναγνωρίζει ο ένας την αξία του άλλου και γι αυτό ο Ριάδης, όταν πήγε στην παρουσίαση από τον Μαργαρίτη του έργου του Debussy "La boite a joujoux " με σκοπό να πανηγυρίσει την αποτυχία του, όρμισε μπροστά στο κοινό να τον συγχαρεί για την επιτυχία του, ζήτησε συγνώμη και έγιναν φίλοι. Ο Αλέξανδρος Καζατζής γράφει: "Από χαρακτήρα ο Λώρης Μαργαρίτης δεν θύμωνε με τους συναδέλφους που τον πίκραιναν, ήταν αμνησίκακος σε απίστευτο βαθμό, ξένος προς το μίσος και δυσκίνητος προς την οργή. Νόμιζε κανείς ότι ζούσε μόνο μέσα στον αρμονικό κόσμο της μουσικής, όπου δεν έχουν θέση οι μικρότητες της ζωής".

Η δεκαετία του 1930 ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της καλλιτεχνικής ζωής του. Πλούσια σε συναυλιακές εκδηλώσεις και υψηλές πανευρωπαϊκές διακρίσεις, μεστή σε συνθετικό και διδακτικό έργο, με το οποίο άγγιξε το ύψιστο ιδανικό του, να γίνει η Ελλάδα γνωστή και σεβαστή σε όλη την Ευρώπη ως χώρα αξιόλογης πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Με υπερηφάνεια δήλωνε ότι οι Ελληνες κατέχουν πρώτη θέση στους μουσικούς διαγωνισμούς αναγνωρισμένων κέντρων και της Μοτσαρτείου Ακαδημίας, αλλά πιο πολύ χαιρόταν γιατί έτσι η ελληνική σημαία ήταν κάθε χρόνο αναρτημένη στην αίθουσα του Mozarteum.

Ήταν σε αυτή τη δεκαετία που πολλές πλέον εφημερίδες της Αθήνας δημοσίευαν κριτικές και ανταποκρίσεις για τις συναυλίες του στο εξωτερικό και επιτέλους άρχισαν και οι συναυλίες του στην Αθήνα, όπου όμως ποτέ δεν ένοιωσε φιλικό το περιβάλλον εκτός από δύο σπίτια, που ήταν τα αγαπημένα αραξοβόλια του: το ένα ήταν του ζωγράφου Γ. Χατζόπουλου, όπου συναντούσε τον οργανίστα Μίμη Παπαλέξη, τον βιολονίστα Γ. Λυκούδη και τον τσελίστα Α. Αντωνόπουλο και περνούσαν" ώρες μυσταγωγίας με μουσική δωματίου και φιλοσοφικές συζητήσεις. Το δεύτερο ήταν το σπίτι του φιλέλληνα μουσικού και φιλοσόφου Paul Kahn, που από χρόνια είχε εγκατασταθεί στο Φάληρο. Τον γνώρισε νέος, παιδί 15 ετών στο Μόναχο και αργότερα έγραψε γι αυτόν το έργο "Γράμμα στον κύριο Kahn" σε μία από εκείνες τις στιγμές έμπνευσης, που σαν αστραπή φώτιζαν την καθημερινότητα του. Έπαιζαν πολλή μουσική και κάποτε παρτίδες σκάκι, άλλοτε δε αποξεχνιόταν σε συζητήσεις φιλοσοφικές πάντα σε μια σχέση πατέρα και γιου.

Η κήρυξη του 2ου παγκόσμιου πολέμου τον πρόλαβε δύο μέρες πριν φύγει σε μια περιοδεία για συναυλίες σε Ελβετία-Γαλλία-Αγγλία και το άστρο του χάθηκε στο μεσουράνημά του. Κακουχίες και αρρώστια στην κατοχή, κακόβουλη υπονόμευση από συναδέλφους και αθέλητη μετάθεση του στο Υπουργείο Παιδείας, γιατί κινδύνευε η ζωή του για υποτιθέμενα αντιχιτλερικά άρθρα του. Κι όμως εκείνος έβρισκε τη δύναμη να δίνει συναυλίες για ανθρωπιστικούς σκοπούς και για τη Φανέλλα του Στρατιώτη.

Υπηρετώντας κοντά στο Ν.Μττέρτο, διευθυντή Καλών Τεχνών του Υπουργείου, πέτυχε ύστερα από απίστευτες δυσκολίες, την κρατικοποίηση της ορχήστρας Αθηνών και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μουσικών, καθώς και την κρατικοποίηση του Ωδείου Θεσσαλονίκης. Ο ξαφνικός θάνατος του Ν.Μπέρτου επέφερε στον Λ.Μ. μια ση¬μαντική ψυχική και σωματική κάμψη, που την ξεπέρασε με τη βοήθεια και τη διαρκή συμπαράσταση του φίλου του Ν.Λούβαρη και μερικών άλλων φίλων.

Η απελευθέρωση, βρήκε τον Λ.Μ. και τη σύζυγο του σε κατάσταση ανάρρωσης μετά από πολύμηνη αρρώστια, έφερε όμως και το θάνατο του πατέρα του, από χτύπημα αγγλικού στρατιωτικού αυτοκινήτου. Η ειδωλολατρική αγάπη που είχε στους γονείς του δίνει και το μέτρο του πόνου του για την απώλεια αυτή.

Αλλά η μουσική είναι δύναμη, πυρώνει την ψυχή του ανθρώπου και την ανασταίνει. Ο Λώρης Μαργαρίτης ξανάρχισε τις συναυλίες, πρώτα στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, όπου έπαιξε για τον αντιφυματικό αγώνα Βορείου Ελλάδος, ύστερα στην Αθήνα, που τώρα άνοιξε εγκάρδια την αγκαλιά της και φυσικά το καλοκαίρι στο Salzburg, όπου τον κάλεσαν να ξαναρχίσει τα μαθήματα στη Μοτσάρτειο Ακαδημία. Ήταν πανευτυχής, σαν σε όνειρο ζούσε πάλι ανάμεσα σε αγαπημένους συναδέλφους. Ακολούθησαν συμμετοχές σε διεθνείς διαγωνισμούς και επιτυχίες μαθητών του σ' αυτούς καθώς και συναυλίες σε Ελβετία και Ιταλία.

Η κλονισμένη υγεία του ανέκοψε τη νέα θριαμβευτική του πορεία και το 1952, ύστερα από μια πλευρίτιδα, κατέφυγε στο Bad-Gastein για να ξεκουραστεί αλλά και να είναι κοντά στο Salzburg, γιατί προσδοκούσε πάντα τα καλοκαιρινά μαθήματα που τα προετοίμαζε. Εκεί συνδέθηκε με ένα Αυστριακό αρχιμουσικό και συμφώνησαν να βοηθήσουν από κοινού στην ανάδειξη των νέων ταλέντων. Ετσι κάθε χρόνο, οι προχωρημένοι μαθητές του ήταν καλεσμένοι σε καλοκαιρινά κονσέρτα στο Bad-Gastein, και αυτό συνεχίστηκε σαν θεσμός και μετά το θάνατο του.

Το 1952 ήταν και η τελευταία χρονιά που δίδαξε στη Μοτσάρτειο Ακαδημία και έδωσε την τελευταία του διάλεξη με θέμα "Αμοιβαία επίδραση του βορείου και νοτίου πνεύματος στο Salzburg". Τον επόμενο χρόνο, φανερά άρρωστος και με υπεράνθρωπες προσπάθειες, πήγε για πρώτη και τελευταία φορά στο Ραδιοφωνικό Σταθμό της Αθήνας να ηχογραφήσει ένα κονσέρτο με έργα παλαιών Ιταλών συνθετών, για να μη φανεί ασυνεπής σε ένα ραντεβού που είχε ορισθεί ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες...

Ενώ η αρρώστια του επιδεινώθηκε και η κατάσταση του ήταν ανησυχητική, επέμεινε να πάει και πάλι στο Salzburg αφού πλησίαζε η εποχή των μαθημάτων. Ποιος θα του αντιστεκόταν σ' αυτή την επιθυμία, που ήταν η ίδια η ζωή του; Πήγε λοιπόν μαζί με τους μαθητές του και έκανε τα μαθήματα από το κρεβάτι!... Μετά από ένα δεκαήμερο, με τη φροντίδα του πρυτάνεως της Ακαδημίας μεταφέρθηκε για νοσηλεία σε Νοσοκομείο της Βιέννης. Τίποτε πλέον δεν μπορούσε να αποτρέψει το αναπόφευκτο τέλος. Με δραματικές συνθήκες και τη συμπαράσταση γιατρών φίλων γύρισε στην Αθήνα στο Νοσοκομείο "Ερυθρός Σταυρός". Λίγο πριν καταλήξει, ο βασιλιάς ευδόκησε να του απονείμει το Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Φοίνικος, ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στην πατρίδα. Όμως εκείνος έφυγε πικραμένος και απαρηγόρητος γιατί όπως είπε την τελευταία ημέρα στο φίλο του Δ.Ζαλοκώστα, δεν τον άφησαν εδώ να δώσει "περισσότερη ψυχή" στους συνανθρώπους του. Έτσι πάντα συμβαίνει στους αληθινά εκλεκτούς και άξιους.... Στις 27 Σεπτεμβρίου 1953 ενταφιάστηκε στο Νεκροταφείο Παλαιού Φαλήρου.

Την επόμενη χρονιά, η Ιντα Μαργαρίτη πήγε μόνη στο Salzburg. Η εναρκτήρια τελετή του φεστιβάλ, που πάντα είχε επίσημο και πανηγυρικό χαρακτήρα, τώρα ήταν ένα καλλιτεχνικό μνημόσυνο για τον Λώρη Μαργαρίτη γεμάτο συγκίνηση. Στην αίθουσα όπου επί 25 χρόνια δίδασκε στα ελληνικά τα υψηλά ιδανικά της Μουσικής, της Καλοσύνης, της Αλήθειας και της Ομορφιάς, αναρτήθηκε η εικόνα του και στην είσοδο της Ακαδημίας γράφτηκε το όνομα του στη χρυσή λίστα των διακεκριμένων καθηγητών, μοναδικό όνομα ελληνικό.

Έγιναν καλλιτεχνικά μνημόσυνα από το Ωδείο Θεσσαλονίκης, από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Αθήνας και από το Σύλλογο Αποφοίτων του Ωδείου θεσσαλονίκης, που ζήτησε και επέτυχε τη μετονομασία της οδού Γαλλικού σε οδό Λώρη Μαργαρίτη, εκεί που ήταν το τελευταίο σπίτι του. Ακολούθησε σιωπή για πενήντα χρόνια και το 2003 η Ελληνική Κοινότητα Μότσαρτ οργάνωσε συμπόσιο, που το τίμησαν διακεκριμένοι μουσικολόγοι όπως ο Κωνσταντίνος Φλώρος του πανεπιστημίου του Αμβούργου, ο Leon Plantinga του πανεπιστημίου Yale και ο Martin Zenck του πανεπιστημίου της Βαμβέργης και ο πρόεδρος της κοινότη¬τας Κωνσταντίνος Κακαβελάκης μίλησε για το έργο και την προσωπικότητα του Λώρη Μαργαρίτη, που ήταν ο ιδρυτής του Συλλόγου Φίλων του Μότσαρτ στην Ελλάδα.

Η φωνή του Λώρη Μαργαρίτη δεν έσβησε, χάρις στις προσπάθειες του Ανδρέα Παρίδη και του Μιλτιάδη Καρύδη που φρόντισαν να ηχογραφηθούν έργα του με τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ το 1960.

Εγγραφη/Εισοδος χρηστη

Εγγραφείτε για να μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τις υπηρεσίες μας.
Αν εγγράφεστε για πρώτη φορά ΠΡΕΠΕΙ να απαντήσετε στο email που θα σας σταλεί για επιβεβαίωση.

Gadgets

  • Nέο smartphone HTC One A9

    Nέο smartphone HTC One A9

    Το νέο smartphone One A9 παρουσίασε η HTC και η διάθεσή του αναμένεται να ξεκινήσει σε μεγάλα καταστήματα σε όλο τον κόσμο μέσα στον Νοέμβριο.

    Περισσότερα

  • Νέα Samsung Galaxy S7 & S7 Edge

    Νέα Samsung Galaxy S7 & S7 Edge

    Η Samsung παρουσίασε στο Mobile World Congress της Βαρκελώνης την επόμενη γενιά της ναυαρχίδας στη σειρά smartphone, το Galaxy S7 και S7 edge (κυρτές πλευρές και διαγώνιο 5,5 ιντσών).

    Περισσότερα

  • T-Shirt Flashing Equalizer - Rave

    T-Shirt Flashing Equalizer - Rave

    Ένα μπλουζάκι που απεικονίζει γραφικά την ένταση, τη συχνότητα και το ρυθμό του ήχου στο χώρο όπου βρίσκεστε, χάρη στο ενσωματωμένο equalizer που ευαισθητοποιείται ανάλογα με την μουσική που παίζεται.

    Περισσότερα

Περισσότερα

Αντώνης Πανίτσας φωτογράφος γάμου καλαμάτα
Copyright © 1998 έως σήμερα: Aigiorama.gr. Οδηγός πόλης του Αιγίου και της Αιγιάλειας
Aigio city and Aigialeia region guide, Aigiorama.gr.
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι χρήσης